Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

το καϊρούκι

ΤΟ ΚΑΪΡΟΥΚΙ: Μοναδικό και πανέμορφο
στοιχείο παραδοσιακής ενδυμασίας
του Λιβαδίου Ολύμπου
ΤΑ ΑΛΛΑ ΚΕΦΑΛΟΔΕΜΑΤΑ


  
 Είναι ένα εντυπωσιακό και μοναδικό κεφαλόδεμα της γυναικείας ελληνικής παραδοσιακής ενδυμασίας. Ένα κεφαλόδεμα με σπάνια στοιχεία και με ιδιαίτερους συμβολισμούς.
           
Μιλάμε για το κεφαλόδεμα ΚΑΪΡΟΥΚΙ. Ήταν (και είναι ακόμη) μια στρογγυλή λεπτοκαμωμένη δαντέλα που έφτιαχναν ειδικές τεχνίτριες του Λιβαδίου. Μία από αυτές, η Ρινάκω Στερνάκα, μας έδωσε πολύτιμες πληροφορίες τόσο για το καϊρούκι όσο  και για την παραδοσιακή ενδυμασία γενικότερα το 1996.

Η δαντέλα αυτή, κατά κανόνα, από μετάξι, στηρίζονταν πάνω σε μια στρογγυλή βάση-ρολό (κουρδόστου) από γυναικεία μαλλιά ή ύφασμα με μεγάλες καρφίτσες οι οποίες κατέληγαν  σε μαύρες ολοστρόγγυλες κεφαλές (στουμπίτσι). Στο πίσω μέρος του κεφαλιού υπήρχε μεταξωτό λεπτό ύφασμα, η σκέπη, που ήταν κι αυτή  βάση της δαντέλας.

Το χρώμα της  δαντέλας ήταν συνήθως μαύρο ή σκούρο μπλε.

Το πιο εντυπωσιακό  και χαρακτηριστικό  κόσμημα, που μπαίνει πάνω στο "καϊρούκι" είναι ο "σουγιάς". (Βλέπε και παρακάτω).

Είναι άγνωστο από που προέρχεται η ονομασία του καϊρουκιού. Ο μεγάλος αείμνηστος λαογράφος Κίτσος Μακρής (η μάνα του κατάγονταν από το Λιβάδι), που ασχολήθηκε με το θέμα χαρακτηρίζει την ονομασία «αγνώστου προελεύσεως». Γιαγιές του Λιβαδίου μου είπαν ότι η ονομασία προέρχεται από το «κάιρου», ένα είδος μάλλινου κουβαριού. Η εξήγηση αυτή βέβαια δεν πείθει εύκολα. Μια άλλη άποψη μερικών ερευνητών σχετίζεται με τη βυζαντινή τέχνη και κυρίως το «φωτοστέφανο» των εικόνων. Η Σούλα Καρανίκα, ερασιτέχνις λαογράφος και ιστορικός, που ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το καϊρούκι (έγραψε μάλιστα και σχετικά άρθρα) δεν έχει καμία αμφιβολία πως η ρίζα της λέξης αυτής βρίσκεται στους αρχαίους Μακεδόνες και δέχτηκε στην πορεία του χρόνου διάφορες επιρροές από την βυζαντινή παράδοση.

Μου έκανε εντύπωση μια άλλη άποψη, που την εξέφρασα στο βιβλίο μου «ΞΕΝΑΓΗΣΗ ΣΤΟ ΛΙΒΑΔΙ ΟΛΥΜΠΟΥ». Σύμφωνα με την άποψη αυτή που ακούστηκε από αρκετούς λιβαδιώτες μεγάλης ηλικίας η ονομασία προήλθε από μετανάστη λιβαδιώτη που ζούσε στο Κάιρο της Αιγύπτου. Συγκεκριμένα η γυναίκα του μετανάστη αυτού φορούσε το κεφαλόδεμα και φαίνεται πως άρεσε. Έτσι το καϊρούκι πήρε το όνομα από την πρωτεύουσα της Αιγύπτου. Και αυτή η θεωρία εγείρει πολλές αμφισβητήσεις.

Καταλήγουμε στην άποψη του Κίτσου Μακρή που, όπως προείπαμε, χαρακτηρίζει άγνωστη την προέλευση της ονομασίας καϊρούκι.

Πέρα από την προέλευση της ονομασίας θα πρέπει να δει κανείς τους δεσμούς των διαφόρων καφαλοδεμάτων με τις διάφορες κοινωνικές τάξεις του Λιβαδίου. Καταρχάς συμφωνούν όλοι πως η άρχουσα τάξη χρησιμοποιούσε κυρίως τον φιόγκο. Στην πορεία όμως αποδέχτηκε και χρησιμοποίησε το καϊρούκι. Θα έλεγα ότι η κοινή χρησιμοποίηση από την ανωτέρα και μεσαία τάξη του Λιβαδίου προέκυψε από τη στιγμή που το καϊρούκι φορέθηκε με το νυφικό φόρεμα. Το καϊρούκι φορέθηκε και από την κατώτερη τάξη, τηρουμένων πάντα των αναλογιών. Θα ξανάρθω πάλι στους συμβολισμούς. Αυτό σημαίνει πως θα προσπαθήσω να εντάξω αυτό το στοιχείο της λιβαδιώτικης παράδοσης στην όλη κοινωνική και ιστορική πραγματικότητα της κωμόπολης.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΙ

Το γεγονός πως το καϊρούκι καθιερώθηκε άμεσα και σαν νυφικό τονίζει ιδιαίτερα την άποψη πως η όλη καταγωγή και ιστορία του συνδέεται με τις παραδόσεις του ελληνικού λαού, τον Μακεδονισμό, το Βυζάντιο και τον ελληνισμό στο σύνολό του. Το κυκλικό σχήμα του καϊρουκιού δεν είναι άσχετο με την κάρα των αρχαίων Ελλήνων, των Βυζαντινών, της ελληνικής τέχνης και σκέψης, σε τελευταία ανάλυση. Το λεπτό κέντημα, η χάρις και η αρμονία των γραμμών, η αριστουργηματική σύνθεση με το όλο ένδυμα προσδίδει μια αρχοντιά. Φυσικά όχι μόνο η φορεσιά με το καϊρούκι.  Συμβάλει ασφαλώς σε αυτό και ο φιόγκος (της νέας, αλλά και της γιαγιάς), το άσπρο και το μαύρο καλέμι (σκέπη), οι υπέροχες μαύρες φορεσιές από τσιπούνι, η στολή του κυρατζή κλπ. Η αρχοντιά αυτή και η ποικιλία ακουμπάει και ένα άλλο θέμα. Παρότι ο αείμνηστος Κίτσος Μακρής διακρίνει μια ταξική διαμόρφωση ενδυμασίας στο Λιβάδι, το καϊρούκι απαλλύνει αυτή τη σκέψη γιατί απλούστατα το καϊρούκι γίνεται νυφικό όλων των τάξεων. Φυσικά αυτή η γενική χρήση δείχνει μια αγάπη και συνεργασία των λιβαδιωτών που είναι πιο δυνατή όσο γυρίζουμε προς τα πίσω.  

ΦΙΟΓΚΟΣ


Ο  "φιόγκος" ήταν ένα "φέσι", ένα στρογγυλό "καπέλο" από βελούδινο ύφασμα, συνήθως, κεντημένο και στολισμένο με εντυπωσιακά στολίδια. Ο "φιόγκος" φοριόταν από γυναίκες αρχοντικών οικογενειών. Τουλάχιστον στην αρχή. Αργότερα  φοριόταν από κάθε γυναίκα, τηρουμένων, φυσικά, των αναλογιών στην ποιότητα του υλικού και των κοσμημάτων. Το "καϊρούκι" πάντως δεν αντικατέστησε το "φιόγκο". Συνυπήρχαν.
      
Ο "φιόγκος" έχει κι αυτός την αρχοντιά του. Στολίζεται  με ένα κόκκινο κέντημα με χάντρες, τον "κόκορα" (κουκότου). Επίσης μπορεί να έχει και το "μπρασίμι",  κάτι σαν "κρόσσια", πάνω στο οποίο δένονται τα μαλλιά. Το δέσιμο των μαλλιών βοηθιέται κι από την "πόση" , μια χοντρή κορδέλα από σατέν ύφασμα.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΝΥΦΙΚΟ

Τόσο η στολή με "καϊρούκι" όσο και  εκείνη με "φιόγκο" ήταν και νυφικά!  Πρωτοφοριόταν  συνήθως από το κορίτσι την ημέρα του γάμου και κατόπιν ήταν επίσημο ένδυμα για γιορτές, κοινωνικές εκδηλώσεις, Κυριακές κλπ. και μάλιστα για πολλά χρόνια.             \
 ΔΙΑΦΟΡOΠΟΙΗΣΕΙΣ

Το νυφικό αυτό είτε με "καϊρούκι" είτε με "φιόγκο" το συναντούμε σε διάφορες μορφές. Και πρώτα πρώτα στην απλή του μορφή με μια φούστα (φουστάνι) και μια μπλούζα (τρούπου). Και τα δύο από πολύχρωμο, σκούρων αποχρώσεων, ύφασμα (στόφα). H  απλή αυτή μορφή φοριόταν από γυναίκες φτωχών οικογενειών.


 Ανάλογη ήταν και η ποιότητα και ποσότητα των κοσμημάτων, όπως και η ζώνη.

Τα περισσότερα από τα  νυφικά αυτά  συνοδεύονταν κι από ζακέτα βελούδινη με πλούσιο γούνινο γιακά. (Κι εδώ υπάρχουν ποιότητες που σχετίζονται με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας, αλλά και με το προσωπικό γούστο της γυναίκας). Η ζακέτα αυτή λέγεται "σαλταμάρκα". Σε πολλές περιπτώσεις είχαμε και "λουτρ" ζακέτες για το χειμώνα. Με πιο ανοιχτόχρωμη καφετιά γούνα και πιο μακρύτερη. Καμιά φορά έφτανε μέχρι πίσω. Η ζακέτα αυτή λέγονταν "μπόλκα". Η "μπόλκα γίνονταν κι από "ατλάζι" και θεωρούνταν ημιεπίσημη.
Ανάμεσα από το γούνινο γιακά φοριόταν ένα κεντημένο κασκόλ.

ΤΑ ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ

Πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα κοσμήματα της στολής. Το πιο εντυπωσιακό,  και χαρακτηριστικό  κόσμημα, που μπαίνει πάνω στο "καϊρούκι" (αλλά και στο φιόγκο), είναι ο "σουγιάς".

Τρεις παράλληλες χρυσές βεργίτσες πλαισιωμένες τις                            περισσότερες φορές κι από διάφορες χρωματιστές πέτρες. Επίσης στο "καϊρούκι" και στο "φιόγκο"  μπαίνει και το "άστρο". Ένα στρογγυλό ασημένιο κόσμημα. Κοσμήματα έμπαιναν και στο στήθος, κάτω από το λαιμό. Στο λαιμό κρεμούσαν χρυσές αλυσίδες με διάφορα κοσμήματα και ιδιαίτερα πεντόλιρα. Η ζώνη στολισμένη πάντα με καπνισμένο ασήμι.


Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΥΦΑΣΜΑΤΩΝ

Τα υφάσματα των επίσημων  γυναικείων στολών, πριν από την απελευθέρωση, έρχονταν συνήθως από το εξωτερικό. Βιέννη, Παρίσι κλπ.  Τα έφερναν οι περίφημοι έμποροι του Λιβαδίου οι οποίοι τροφοδοτούσαν συγχρόνως και τις αγορές της Ελασσόνας, Λάρισας, Σερβίων κλπ. Μετά την απελευθέρωση αγόραζαν τα υφάσματα αυτά από τις κοντινές πόλεις, αλλά και από το Λιβάδι. Ονομαστό είναι το κατάστημα υφασμάτων που είχε ο Γκόγκος Γούλας-Μουκίδης, ο οποίος αναγκάστηκε να φύγει στην Ελασσόνα από τους κλέφτες που τον ενοχλούσαν συνεχώς με "χαρατσώματα".

ΟΙ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΣΤΟΛΕΣ


Οι καθημερινές γυναικείες στολές ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, την οικονομική κατάσταση της οικογένειας και το επάγγελμα.

Στα νέα κορίτσια τα χρώματα είναι πιο ανοιχτά, πιο χαρούμενα, πιο έντονα. Δεν λείπει το σιελ, το άσπρο, το ροζ κλπ.

Χαρακτηριστικό της καθημερινής γυναικείας φορεσιάς είναι  το "καλέμι". Πρόκειται για ένα μαντήλι από μετάξι ή απλό  φτηνό  διαφανές  ύφασμα  που δένεται  με έναν  όμορφο τρόπο στο κεφάλι. Στα νέα κορίτσια το καλέμι είναι σχεδόν πάντα άσπρο. Στις μεγαλύτερες ηλικίες σκουραίνει. Γίνεται μαύρο ή βαθύ γαλάζιο. Το καλέμι στις μεγάλες ηλικίες, όταν είναι μεταξωτό, λέγεται και "σκέπη". Η σκέπη έχει κάπως επίσημο χαρακτήρα. Τόσο το  "καλέμι" όσο και η σκέπη ,σε αρκετές περιπτώσεις, έχουν  στην άκρη γύρω γύρω και δαντέλα. Το "καλέμι" δεν φοριέται πλέον από τα νέα κορίτσια. Ωστόσο φοριέται από τις μεγαλύτερες ηλικίες ακόμη και σήμερα (2012). Κατά τα λοιπά οι φούστες έφταναν μέχρι τα γόνατα και το μεν καλοκαίρι ήταν από λεπτά υφάσματα το δε χειμώνα από μάλλινα. Οι ζακέτες, μάλλινες πλεκτές συνήθως, υπήρχαν σε πολλές ποικιλίες.

Σημαντική ήταν η παρουσία της ποδιάς. Φορούσαν απλές ποδιές, αλλά και κεντημένες για κάπως πιο επίσημες εμφανίσεις.

Από μέσα τα νέα κορίτσια φορούσαν μεσοφόρια ολόσωμα από ύφασμα πάνινο, που το έλεγαν "ζαφειράκι". Για το χειμώνα είχαν μάλλινες φανέλες και φούστες. Για "σουτιέν" χρησιμοποιούσαν το "μπουστάκι" από πάνινο κεντημένο  ύφασμα.

Στις μεγαλύτερες ηλικίες όλα αυτά γίνονται πιο σκούρα και πιο μάλλινα. Οι ζακέτες πιο μεγάλες. Προστίθεται και η "σπαλέτα", ένα αραιοπλεγμένο μάλλινο πανωφόρι με κρόσσια.
 
Οι γυναίκες της τρίτης ηλικίας φορούν μόνιμα στο κεφάλι μαύρο απλό φιόγκο.

Η ΑΝΤΡΙΚΗ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΗ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ

Στην  αντρική ενδυμασία των κτηνοτρόφων επικρατούσε πριν από την απελευθέρωση το άσπρο χρώμα. Η παρουσία των μαύρων ρούχων περιοριζόταν σχεδόν μόνο στις καθημερινές δουλειές. Η αλλαγή αυτή οφείλεται μάλλον σε πρακτικούς λόγους μια και στο σκούρο ρούχο δε φαίνεται εύκολα η βρωμιά. Ωστόσο η άσπρη ενδυμασία και ιδιαίτερα η επίσημη ήταν εντυπωσιακή. Συνοδεύονταν από κεντημένα γιλέκα, θαυμάσια ασημένια "γιορντάνια"  και πολλά άλλα.

Τα βασικά "εξαρτήματα" τόσο στην άσπρη στολή όσο και στη μαύρη είναι τα ίδια..
             
Θα δούμε την επίσημη στολή, αυτή με την οποία οι κτηνοτρόφοι έβγαιναν στην πλατεία, πήγαιναν στην εκκλησία κλπ. Η καθημερινή στολή δεν ακολουθούσε κανόνες. Είχε απλά  τις βάσεις της επίσημης.            Στο πάνω μέρος, η επίσημη κτηνοτροφική στολή, είχε  μια πουκαμίσα με πολλές πιέτες μπροστά και μανίκια φαρδιά. ΄Ηταν άσπρη ή ριγέ σκούρα κι από βαμβακερό ύφασμα.

Πάνω από την πουκαμίσα φοριόταν ένα γιλέκο μάλλινο από τσιπούνι άσπρο (παλιά) ή μαύρο. Στο γιλέκο φορούσαν και τα ασημικά (γιορντάνια).

Στο κάτω μέρος παλιά είχαμε τη φουστανέλα κι αργότερα, ή και παράλληλα, το "γιλέκι".(Ένα είδος μαύρης φουστανέλας).Με το πέρασμα του χρόνου φορέθηκε και  το σαλαβάρι ή και πιο   κοινά, παντελόνια από τσιπούνι.
 
Η ζώνη είναι πλεκτή μάλλινη ή και  δερμάτινη. Οι κάλτσες  (τσουάριτσι) μάλλινες δένονται στα γόνατα με  κορδόνι ή λάστιχο. Τα παπούτσια  είναι σχεδόν πάντα τσαρούχια.

Η όλη ενδυμασία συμπληρώνονταν από το " μαλιότου", μαύρο πανωφόρι με πιέτες πίσω και σχιστά μανίκια. Παραλλαγές του "μαλιότου" είναι το "ταλαγάνι", που έχει "κουκούλα" για το κεφάλι και  το "κουντούσου" με κλειστά μανίκια .
  
Η ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΚΥΡΑΤΖΗΔΩΝ


Οι κυρατζήδες αποτελούσαν μια πολυάριθμη τάξη  παλιότερα στο Λιβάδι. Ιδιαίτερα στις αρχές και το τέλος του 19ου αιώνα που το εμπόριο του Λιβαδίου ήταν στις δόξες του. Οι κυρατζήδες του Λιβαδίου (μεταφορείς με ζώα)   μετέφεραν από και προς διάφορα μέρη του εσωτερικού και εξωτερικού  προϊόντα για λογαριασμό των περίφημων εμπόρων του Λιβαδίου.

Η ενδυμασία τους παρουσιάζει  ενδιαφέρον και έχει μοναδικά στοιχεία.

Το «σαλαβάρι» (παντελόνι) στο πάνω μέρος είναι φαρδύ  και στηρίζεται στη μέση με κορδόνι μέσα σε «σούρα». Κάτω από τα γόνατα όμως στενεύει πολύ. «Κολλάει», θα λέγαμε, στο πόδι. Δίνει την εντύπωση μιας «επιγονατίδας». Σε αρκετές περιπτώσεις στην «επιγονατίδα» βλέπουμε και κουμπιά. Το «σαλαβάρι» είναι κατά κανόνα από μάλλινο ύφασμα («τσιπούνι»).

Το πουκάμισο, από λεπτό βαμβακερό ύφασμα, είναι πάντα σκούρο. Πάνω από το πουκάμισο βλέπουμε το γιλέκο, κι αυτό από τσιπούνι, με μια μεγάλη μονοκόμματη τσέπη μπροστά. Το γιλέκο λέγεται και «τσιμπιντάνι».

Η ενδυμασία του κυρατζή συμπληρώνεται από μάλλινο (τσιπούνι) σακάκι ή από «ταλαγάνι». Στο κεφάλι φορούσαν πάντα ένα μικρό καπέλο.

ΤΩΝ ΜΑΣΤΟΡΩΝ, ΤΩΝ ΓΕΩΡΓΩΝ ΚΛΠ.
 
Η ενδυμασία των γεωργών, των μαστόρων κλπ. είχε έντονο το στοιχείο της ποικιλίας. Η μη επίσημη ήταν «ελαφρά», χωρίς ιδιαίτερους κανόνες. Η επίσημη αντέγραφε την ενδυμασία των κτηνοτρόφων στις κύριες γραμμές.

ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΣΚΟΥΡΕΣ ΑΠΟΧΡΩΣΕΙΣ

Στις επίσημες και μη ενδυμασίες, αντρών και γυναικών, επικρατούν έντονα σκούρα χρώματα και κυρίως το μαύρο και το  βαθύ μπλε.

Η πρώτη εξήγηση στο φαινόμενο αυτό είναι το κρύο κλίμα του Λιβαδίου. Τα σκούρα χρώματα είναι πιο ζεστά. Μια άλλη εξήγηση είναι η μεγάλη θνησιμότητα που υπήρχε πριν από το 1930. Τα σκούρα χρώματα βόλευαν  την πένθιμη ενδυμασία.

Καταλήγοντας θα λέγαμε ότι τα κεφαλοδέματα και η ενδυμασία γενικότερα του Λιβαδίου παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον για κάθε ερευνητή της ελληνικής παράδοσης.

N.K.
Το άρθρο σε ψηφιακή μορφή


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου